Εκτύπωση

Το θέατρο σήμερα... δικό μου... δικό σου... δικό μας!

Συγγραφέας: Ελένη Κοτσικάρη.... Δημοσίευση στη κατηγορία Άρθρα αναγνωστών

Σας άρεσε το άρθρο?
(9 ψήφοι, μέση τιμή 4.11 από τα 5 αστέρια)

theatroΠήγα κι εγώ στην Μάγια Λυμπεροπούλου. Συζητούσα λίγες μέρες πιο πριν με φίλη καρδιακή για την σπουδαιότητα του κειμένου. Δεν με προϊδέασε κανείς. Δεν ρώτησα καν. Μου έφτανε ο «λόγος», όπως θα συμφωνούσε μαζί μου και η κυρία Λυμπεροπούλου. Το κείμενο, μου ήταν αρκετό για να βρεθώ στο θέατρο Βαλάκου. Έκανα λοιπόν αυτό που ήξερα.

Καθάρισα από μέσα μου όλη τη σαβούρα της μέρας.. έστω των ημερών...πλήρωσα το εισιτήριο με τα τελευταία μου πέντε ευρώ, προστάτευσα τον εαυτό μου από το σουαρέ του απ΄ έξω και όταν ήρθε η ώρα, συγκινημένη όπως πάντα όταν πηγαίνω στο θέατρο και με χαρά μικρού κοριτσιού που είναι θαρρείς η πρώτη της φορά κάθισα στη θέση 11. Ανοιχτή και ολόκληρη...
Τους κοίταξα όλους έναν προς έναν. Κάθισα σαν σε όρθιο άξονα με γόνατα μαλακά, δεμένη με χρυσές κλωστές με όλους τους «από πάνω».. «ζητώντας» να ..συμβεί. Αναπνέοντας για κείνον τον άνθρωπο που με τα 73 της χρόνια ανέβηκε στη σκηνή για να μας διαβάσει ένα κείμενο.

Δεν της χρειαζόταν το μικρόφωνο... η φωνή της θα ακουγόταν... πάω στοίχημα ως και στο συρτάρι της ντουλάπας του τελευταίου καμαρινιού...
Μάγια Λυμπεροπούλου είναι αυτή. Αν όχι αυτή ποια; Ευτυχώς κι άλλες.

Κάθισα εκεί έντιμη. Δεν περίμενα πως θα ΄ταν ανάγνωση, αλλά το ανάσανα και... πήγα μαζί του... Έπρεπε να με υποψιάσει, η τιμή του εισιτηρίου, αλλά σκέφτηκα πράγματι καλοπροαίρετα, πόσο ευγενικό ήταν από το ΔΗΠΕΘΕ και τον διευθυντή του τον κύριο Γκόνη να κατεβάσουν την τιμή προκειμένου να δώσουν στο θεατρόφιλο κοινό της Καβάλας μια Μάγια Λυμπεροπούλου. Χρησιμοποιώντας ενδεχομένως μια όποια φιλική σχέση, κάτι που διόλου δεν με ξενίζει. Συνετό σκέφτηκα για έναν διευθυντή να φροντίζει αντίστοιχα. Εξαιρετική κίνηση. Την ξέρουμε και από παλιά εξάλλου, με τα εισιτήρια των ανέργων, όπου η Καβάλα ήταν από τις πρώτες πόλεις που εφάρμοσε τούτη την διευκόλυνση. Πρό Γκόνη.

Πράγματι σπουδαίο κείμενο. Σπουδαία ανάγνωση. Συγκινητικό το γεγονός των γενεθλίων της ίδιας της κυρίας Μάγιας Λυμπεροπούλου, κάτι που φόρτισε ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα. Ενθουσιάστηκαν όλοι. Χειροκρότησαν όλοι. Πώς αλλιώς...

Ανάβοντας τσιγάρο, που δεν ζήλεψα καθόλου, η κυρία Μάγια ζήτησε με την συνπαρουσία φυσικά του άλλοτε μαθητή της και νυν καλλιτεχνικού διευθυντή του Θεάτρου της πόλης μας, να γίνει μια συζήτηση για το θέατρο σήμερα, είπαν. Το θέατρο σήμερα....

Αφού λοιπόν της χάιδεψαν τα αυτιά γνωστοί φιλότεχνοι περί των ρόλων που η ίδια στο παρελθόν υπηρέτησε και το πόσο κάποιοι από αυτούς εγχαράχτηκαν στην καλλιτεχνοπαιδεμένη μνήμη τους, περιόρισαν την συζήτηση κυρίως σε προσωπικά ερωτήματα και.. μεταξύ τους. Όποτε πήγαινε να διαφανεί μιαν αλήθεια φρόντιζαν να επιμένουν να περιορίζουν επιμελώς την συζήτηση για το θέατρο -είπαμε- σήμερα, στα αλληλοχαιδέματα που συνεχιζόταν. «Στο χέρι σας είναι» είπε η κα Λυμπεροπούλου και, ναι, αυτή είναι η αλήθεια. Το θέατρο σήμερα είναι στο χέρι μας.

Περίμενα στωικά... κάτι να συμβεί.
Δεν συνέβη κι έφυγα θυμωμένη.

Μήπως να το έκανα εγώ να συμβεί; Να πηδούσα ξαφνικά στην μπροστινή θέση για να δώσω χώρο στις κυρίες δίπλα μου ώστε να φύγουν, καθώς δεν βαλαν γλώσσα για το που έμπλεξαν κτλ κτλ , κάτι που αμέτρητες φορές έχει συμβεί μπροστά στα μάτια από τους πολιτικούς, που εμείς εκλέξαμε, σε αντίστοιχες εκδηλώσεις. Αλλά, τι τα θές, αυτοί είμαστε... Τόση ώρα χαμογελούσαν, χειροκροτούσαν και ξαφνικά δεν τους χωρούσε ο τόπος!

Μήπως πάλι να έλεγα κάτι για το θέατρο ως πολιτική πράξη με στόχο να μας εξηγήσει το γιατί, το πώς, αυτό το κείμενο τι... καταφέρνοντας ίσως να επαναφέρω την συζήτηση στο ζητούμενο και να γλιτώσουμε από τις αμφότερες φιλοφρονήσεις και τα χαϊδέματα, μιας και η ίδια είπε πως αφήνει το έργο της να απαντήσει στο ερώτημα «γιατί οι πνευματικοί άνθρωποι δεν παίρνουν θέση για την Ελλάδα του σήμερα»;...

Ενοχλήθηκα βαθιά από την έκδηλη προώθηση και μονομερή υποστήριξη προς το έργο του κ. Γκόνη σε σχέση με το ΔΗΠΕΘΕ, αλλά το δικαιολόγησα καθώς αποδέχομαι την ιδιότητα της ως δασκάλα του. Μα κανείς όμως δεν είπε στην κυρία Λυμπεροπούλου πού ερχόταν; Και πάλι όμως δεν το βρήκα περίεργο που της αποσιωπήθηκε. Το αιώνιο status της ματαιδοξίας των Απανταχού Ειδικών Θεατρόφιλων Καβάλας ξέρει να κάνει την δουλειά του χρόνια τώρα. Και κόβει και ράβει. Συμπαθήστε μου το κάτι τι γηπεδικό που χει ο χαρακτηρισμός είναι όμως ταιριαστός. Αλλά και η κυρία Λυμπεροπούλου τόσα χρόνια καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, δεν είχε ακούσει τίποτα; Δεν θα ήταν καν αυτό περίεργο...

Περίεργο ήταν που κανείς ανόητος - μεταξύ αυτών και εμού της ιδίας- δεν βρέθηκε να της πει πως αυτό που έχει επιτευχθεί στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας παραδειγματικά τα τελευταία χρόνια ήταν η δημιουργία μιας θεατρικής συνείδησης στους πολίτες. Δημιούργησε θεατές, κι αυτό το δίδυμο του πάνελ όπως το είδαμε εχτές το βράδυ, ξέρει πολύ καλά πως είναι το «μισό» θέατρο. Επειδή το θέατρο είναι Συνάντηση. Δεν συμβαίνει ούτε μόνον στη σκηνή ούτε μόνον στην πλατεία. Βρίσκεται κάπου στη μέση και η συνείδηση του θεατή που ξέρει πλέον να «ζητά», να βλέπει, να μετατοπίζεται από το θέατρο, είναι ένα έργο που έχει παραλάβει ο κ. Γκόνης, έτοιμο από τον προκάτοχο του κύριο Θοδωρή Αμπαζή.

Αυτό κανείς δεν το είπε στη κα Μάγια μας; Κάνεις δεν είπε τίποτα όταν κουβεντιαζόταν η διαδρομή του ΔΗΠΕΘΕ και το γεγονός του ότι το θέατρο του φετινού χειμώνα γεμίζει όσο γεμίζει γιατί δημιουργήθηκε αυτή η υποδομή και είδαμε θέατρο που ποτέ πιο πριν δεν θα ήταν αποδεκτό στο κοινό της Καβάλας. Κανείς δεν βρήκε το θάρρος να τακτοποιήσει το παραπάνω στα αυτιά τόσο των δύο όσο και των λοιπών. Ούτε κι εγώ.

Έφυγα θυμωμένη. Ναι. Γιατί κι αυτή η κυρία με όλο το δέος που επισύρει το όνομα της και η παρουσία της και η εμπειρία της, μετά από 106 -107 ρόλους... (χαρακτήρες θα έλεγα εγώ...) δεν κατάφερε να με πείσει για την αθωότητα της και την αμεροληψία της.

Δεν θέλω τέτοιο θέατρο. Έχω άφθονο τέτοιας ποιότητας στην καθημερινότητα μου. Δεν φοβήθηκα ποτέ το «τούβλο» σε όγκο βιβλίο του x,ψ, z Ντοστογέφσκι . Το ανακάλυψα μόνη εκτός σχολείου και σπιτιού, όπως όλοι όσοι ανήκουν στην γενιά μου. Η αυτοανακαλυπτόμενη παιδεία μου δεν μου επιτρέπει να μιλώ με αγένεια αλλά η αντίληψη μου, η κατάρτιση μου και το βιωματικό μου υλικό είναι εξαιρετικά χρήσιμα στο να μου επιτρέπουν να διακρίνω πια ό,τι υπάρχει καί... κάτω από το τραπέζι. Χαμογελώ ευγενικά σε όσους επιβουλεύονται την ανεκτικότητα μου. Δεν το αξίζουν. ούτε οι άφιλοι φίλοι μας, ούτε οι πολιτικοί μας, ούτε οι απρόσιτοι συγγραφείς μας ούτε και οι δήθεν ενεργοί φιλόφρονες συμπολίτες μας. Και μέχρι στιγμής... δεν είχα απολύτως καμία ανάγκη να γνωστοποιήσω οπουδήποτε την παραπάνω εκτίμηση μου.

Να το θάρρος της νιότης κυρία Λυμπεροπούλου μου για το οποίο μιλούσατε εχθές. Λυπάμαι που δεν στάθηκα ικανή να το πω από τη θέση 11, αδιάφορο ποιάς σειράς του θεάτρου μας. Ενός θεάτρου που ακόμη θυμάμαι πως όταν ακόμη δεν υπήρχαν αυτές οι ωραιότατες κόκκινες πολυθρόνες ακούστηκαν φωνές πολιτών να λένε «Εγώ είμαι- ελεύθερος άνθρωπος όλα αυτά που εσείς τα έχετε- τόσο ψηλά σε τόση εκτίμηση επάνω μου δεν έχουν- απολύτως καμία ισχύ πούπουλα που τα πήρε- ο άνεμος μπορώ- να τα βγάλω- πέρα και χωρίς εσάς περνώ- από δίπλα σας ξυστά αλλά εσείς δεν μπορείτε- να μ αγγίξετε- είμαι- δυνατός εγώ είμαι- περήφανος η ανθρωπότητα οδεύει- προς την υπέρτατη αλήθεια προς την μεγαλύτερη ευτυχία που άνθρωπος μπορεί –να βιώσει –πάνω στη γη και εγώ βρίσκομαι- στην πρώτη γραμμή εγώ είμαι». Δεν διαβάζετε λάθος... στο ρήμα είναι η παύλα, κατά προτροπή της δασκάλας, κυρίας Ελένης Μποζά. Βλέπετε κύριοι, κυρίες, υπάρχουν δάσκαλοι κι ας κυκλοφορούν απλά ανάμεσα μας χωρίς αίγλη παλιακή.

Δεν είμαι Γκονική. Δεν είμαι Αμπαζική. Είμαι με το Θέατρο.

Και θέλω ένα θέατρο καθαρό, να ξέρει πού απευθύνεται και να με εκτιμά ως πολίτη. Θέλω να σταματήσουν όλοι «αυτοί» να παίρνουν πάνω στις πλάτες μας διδακτορικά στο πώς να χαϊδεύουν. Φτάνει πια αυτή η νοοτροπία. Γδέρνομαι με κάθε τέτοιο σαχλό νεοελληνικίστικο χαζολόγημα και με έχει κουράσει αυτός ο ανεπίτρεπτος πια σε αυτή την πόλη, σε αυτή στη χώρα, μικροαστισμός. Είναι Μάρτης 2013... δεν βλέπετε τι γίνεται;

Νιώθω το ίδιο μετανάστης με την γείτονα Άννα από την Αλβανία. Μεγαλώνω και μεγαλύνομαι σε αυτή τη χώρα που οι Γκάσταρμπαιτερ γονείς μου με έφεραν –αν είναι δυνατόν- για να πάω σχολείο! Επιμένω να αγνοώ την επιδεικτική άρνηση της πολιτείας να με ενσωματώσει στο ελληνικό ιδεώδες που είχαν και οι γονείς μου όταν γύρισαν στην πατρίδα τους. Τι κι αν κατάγομαι εκ μιας από τις πιο αυτόχθονες περιοχές της Ελλάδας... Τι κι αν επιμένω να αγαπώ την γλώσσα μου, τις μυρωδιές τις σκιές και το κλισέ πια φώς της. Το θέατρο σήμερα... στο χέρι μας σήμερα... κι εμείς ποιοι σήμερα;

Γράφω τούτα γιατί έχασα τον ύπνο μου από την κωμωδία που επιτρέπω να συνεχίζεται, και από αίσθημα ενοχής για την δειλία μου να μην μιλήσω επιτόπου. Κρίμα που δεν είχα την ψυχραιμία να το κάνω. Αν μη τι άλλο θα ήταν ένα συμβάν. Κι όσο φιλικά προσκείμενη και αν υποθέσουμε πως μπορεί να είναι η κα Λυμπεροπούλου προς τις αθηνοφερμένες συντεχνίες παλλαϊκού πλέον χαρακτήρα, είμαι βέβαιη ότι η θεατρική της παιδεία θα εκτιμούσε ένα κάποιο συμβάν.

Το θέατρο σήμερα δεν έχει πια σταθερές, δεν είναι κλασσικό, τρέχει με την εποχή μας.
Το θέατρο σήμερα ψάχνει, αλλάζει, είναι πιο ζωντανό από ποτέ.

Μίλησε η κα Λυμπεροπούλου για τις νέες ομάδες και πως, ναι, υπάρχουν, καλά κάνουν και πως θα κριθούν στο χρόνο.
Το θέατρο σήμερα δεν έχει χρόνο, η εποχή δεν έχει χρόνο, η χώρα δεν έχει χρόνο, κανείς μας δεν έχει χρόνο.. έτσι για να μνημονεύσουμε λιγάκι και το κείμενο που μας αναγνώστηκε... αυτή είναι η Ελλάδα του σήμερα, αυτό το θέατρο της «γερασμένη μέσα σε κορμί δροσερού κοριτσιού». Έτσι κατάλαβα εγώ το έργο, κα Μάγια μας.

Ουδέποτε ενδιαφέρθηκα να ικανοποιήσω μια ανόητη πλην συμπαθητική ματαιοδοξία παίζοντας σε μια από όλες τις πραγματικά πλέον προσανατολισμένες επί της ουσίας στο Θέατρο Συνόλου ερασιτεχνικές ομάδες της πόλης. Συμμετείχα στα σεμινάρια του ΔΗΠΕΘΕ μέχρι και πέρσι προσπαθώντας να καταλάβω, να μάθω με εργαλείο το θέατρο, κι αυτό δεν ήταν ψυχοθεραπεία όπως απαράδεκτα και μικρόψυχα ειπώθηκε από τον κ Γκόνη σχολιάζοντας την αυξημένη συμμετοχή των πολιτών σε κείνα τα σεμινάρια.

Όλοι όσοι μας δίδαξαν διόλου πρόχειρα μας έδειξαν πώς να τοποθετούμαστε σε σχέση με τον εαυτό μας, τους άλλους, να αναπνέουμε τη ζωή και η ζωή έχει όντως μεγαλύτερη φαντασία όπως έλεγε η κα Μποζά! Αγαπώ το θέατρο ακριβώς για αυτό, γιατί αν η ζωή δεν είχε μεγαλύτερη φαντασία δεν θα υπήρχαν ιστορίες για να ειπωθούν, να βρουν την ανάγκη να εκφραστούν, να σωματοποιηθούν, να γίνουν θέατρο. Ιστορίες.

Κουράστηκε η σιωπή μου. Η πόλη με τιμωρεί με συνέπεια για την αφοσίωση που της δείχνω και με διώχνει με σκακιστικές κινήσεις που δεν αναγνωρίζω. Κι εγώ επιμένω, μέχρι η βλακεία και η κατά Λεμπέση τεράστια κοινωνική της σημασία θα με νικήσει. Μέχρι τότε θα μεγαλώνω εμένα, τον γιό μου, τους άλλους, με μόνον μου εφόδιο την καρδιά μου, την αγάπη για τον λόγο, τα γράμματα, τις τέχνες, την μουσική, το θέατρο. Αυτά τρώμε ούτως ή άλλως στο τραπέζι μας...

Κι εσείς φίλοι μου πολιτικοί, συγγραφείς, καλλιτέχνες κτλ την επόμενη φορά που θα σας απαντήσω ένα χαμόγελο- κι είναι αλήθεια η φυσιολογία μου δεν έχει άλλο τρόπο να αντέχει-, μάθετε πως αναλαμβάνω την ευθύνη μου για την σιωπή και την ανοχή μου. Δεν φταίνε μόνον οι άλλοι...
Η ανάληψη της ευθύνης είναι που μας λείπει κι όλες οι μυθολογίες του κόσμου το ίδιο πράγμα λένε. Ακόμη κι αυτή των πρωτόπλαστων.

Τούτο το «βήμα» μου μοιάζει να είναι ό,τι έχω αυτή τη στιγμή.
Μπορεί να μου έμαθαν να είμαι ευγενική, εγκρατής κι ανεκτική αλλά έμαθα και να φοβάμαι.
Δείτε όμως... Να ένα βήμα!

Δεν είναι που «θύμωσα» τόσο με τη Μάγια Λυμπεροπούλου, όσο με μας όλους και για το πόσο δύσκολο είναι να αποδιώξουμε από μέσα μας τη δειλία του νεοέλληνα που μπρος σε μια αναγνωρίσιμη «αυθεντία» προσκυνάμε και χωρίς το θάρρος να σταθούμε στα πόδια μας και να πούμε «όχι δεν είναι έτσι ο κόσμος»...και έτσι για αλλαγή να τους πάρουμε απ΄ το χέρι και να πούμε «έλα να δείς..είναι αλλιώς!!» Τρέχει κι αλλάζει και ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία αυτής της ανθρωπότητας τολμώ να πω, κανείς δεν φαντάζεται το μέλλον...

Έφυγα θυμωμένη, αλλά τώρα μου πέρασε..

Σ΄αυτό το θέατρο όταν ακόμη ήταν κινηματογράφος, είδα την πρώτη μου ταινία και ήταν το Life of Braian την πρώτη ημέρα ενός Νοέμβρη, πήγα το πρώτο μου ραντεβού, την πρώτη μου εφηβική έξοδο, είχα την τύχη να δω σημαντικές παραστάσεις έως και σπουδαίες.. Είχα και έχω την τύχη να το βλέπω να ντύνεται με ψυχή από όλους όσους εργάστηκαν και εργάζονται εκεί μέσα. Δεν θέλω τίποτε λιγότερο για την πόλη μας από αυτό το θέατρο που είναι πραγματικά... δικό μου...
δικό σου... δικό μας!

Ας έρθει κι ας φύγει όποιος θέλει... το θέατρο είναι που μετράει..

Έντιμα, αθώα, ειλικρινά και καλοπροαίρετα...

Με όλο το σεβασμό στα χρόνια της κυρίας Μάγιας Λυμπεροπούλου και την ζηλευτή εμπειρία της, δεν πρόκειται για προσωπική επίθεση. Είμαι βέβαιη πως συμφωνούμε σε πολλά.

Όμως, αυτές είναι οι σκέψεις ενός απλού πολίτη.
Σε τέτοιους απευθύνεστε.
Με τέτοιους πρέπει να συναντηθείτε.

Ελένη Κοτσικάρη
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

Share

2009©Kavalacity.net