Εκτύπωση

25η Μαρτίου 1942

Συγγραφέας: Οδυσσέας Ελύτης.... Δημοσίευση στη κατηγορία Ένα ποίημα κάθε Κυριακή

Σας άρεσε το άρθρο?
(3 ψήφοι, μέση τιμή 4.00 από τα 5 αστέρια)

Odysseas Elitis…Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες ἔκαναν σύναξη μυστική τά παιδιά καί λάβανε τήν ἀπόφαση, ἐπειδή τά κακά μαντάτα πλήθαιναν  στήν πρωτεύουσα, νά βγοῦν ἔξω σέ δρόμους καί σέ πλατεῖες μέ τό μόνο πρᾶγμα πού τούς εἶχε ἀπομείνει: μιά παλάμη τόπο κάτω ἀπό τ’ ἀνοιχτό πουκάμισο, μέ τίς μαῦρες τρίχες καί τό σταυρουδάκι τοῦ ἥλιου. Ὅπου είχε κράτος ἡ Ἄνοιξη.

Καί ἐπειδή σίμωνε ἡ μέρα πού τό Γένος εἶχε συνήθειο νά γιορτάζει τόν ἄλλο Σηκωμό, τή μέρα πάλι ἐκείνη ὁρίσανε γιά τήν Ἔξοδο. Καί νωρίς ἐβγήκανε καταμπροστά στόν ἥλιο, μέ πάνου ὡς κάτου ἁπλωμένη τήν ἀφοβιά σά σημαία, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες.

Καί ἀκολουθούσανε ἄντρες πολλοί, καί γυναῖκες, καί λαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια. Ὅπου έβλεπες ἄξαφνα στήν ὄψη τους τόσες χαρακιές, πού ‘λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σέ λίγην ὥρα.

Τέτοιας λογῆς ἀποκοτιές, ὡστόσο, μαθαίνοντες οἱ Ἄλλοι, σφοδρά ταράχτηκαν. Καί φορές τρεῖς μέ τό μάτι ἀναμετρῶντας τό ἔχει τους, λάβανε τήν ἀπόφαση νά βγοῦν ἔξω σέ δρόμους καί σέ πλατεῖες, μέ τό μόνο πρᾶγμα πού τούς εἶχε ἀπομείνει: μιά πήχη φωτιά κάτω ἀπ’ τά σίδερα, μέ τίς μαῦρες κάνες καί τά δόντια τοῦ ἥλιου. Ὅπου μήτε κλῶνος μήτε ἀνθός, δάκρυο ποτέ δέν ἔβγαλαν. Καί χτυπούσανε ὅπου νά ‘ναι, σφαλῶντας τά βλέφαρα μέ ἀπόγνωση.

Καί ἡ Ἄνοιξη ὁλοένα τούς κυρίευε. Σάν νά μήν ἤτανε ἄλλος δρόμος πάνω σ’ ὁλακέρη τή γῆ, γιά νά περάσει ἡ Ἄνοιξη παρά μονάχα αὐτός, καί νά τόν εἶχαν πάρει ἀμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ’ ἀπ’ τήν ἄκρη τῆς ἀπελπισιᾶς, τή Γαλήνη πού έμελλαν νά γίνουν, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες, καί οἱ ἄντρες, καί οἱ γυναῖκες, καί οἱ λαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια.

Καί περάσανε μέρες πολλές μέσα σέ λίγην ὥρα. Καί θερίσανε πλῆθος τά θηρία, καί άλλους ἐμάζωξαν. Καί τήν άλλη μέρα ἐστήσανε στόν τοῖχο τριάντα…

Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 - 18 Μαρτίου 1996

Άξιον Εστί, Τα πάθη, Ανάγνωσμα 3ο, Η μεγάλη έξοδος, 1959.

Τα γεγονότα της 25ης Μαρτίου 1942

tsolakoglouΜέσα στην πολυτάραχη ιστορία του εθνικού βίου, πολλές φορές ό εορτασμός της 25ης Μαρτίου, πήρε δραματικό χαρακτήρα διαδήλωσης υπέρ της ελευθερίας.  Οι πιο σημαντικές εκδηλώσεις τέτοιας μορφής στα νεώτερα χρόνια, ήταν αναμφισβήτητα, εκείνες του 1942 στην καρδιά της σκλαβωμένης Αθήνας.

Στίς 24 Μαρτίου 1942 το πρωί, μικρές ομάδες φοιτητών μαζεύτηκαν στην πλατεία Εξαρχείων. Ήταν ειδοποιημένοι από την οργάνωση τους, το σπουδαστικό τμήμα του ΕΑΜ Νέων, που κατηύθυνε τον αγώνα στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Οι περισσότεροι έρχονταν κατευθείαν από το φοιτητικό συσσίτιο, όπου επί ώρες περίμεναν κάθε μέρα με τα κατσαρολάκια τους για να πάρουν μια κουταλιά μπλιγούρι ή νεροζούμι με λιγοστές φακές, για να κρατηθούν στα πόδια τους. Λίγα άτομα ήταν στην πλατεία, όταν ακούστηκαν τα πρώτα χειροκροτήματα. Ήταν κάτι το απροσδόκητο. Κάτω από τη μύτη των Γερμανών καί των Ιταλών, ένας φοιτητής ανέβηκε σε μια καρέκλα, καί με βιαστικά λόγια, μίλησε για τους αγώνες καί τίς θυσίες των προγόνων μας του '21, «πού μας δείχνουν καί σήμερα το δρόμο για να λευτερωθούμε από τους καινούργιους τυράννους...».
Τα βαθουλωμένα από την πείνα μάτια του νέου, πετούσαν φλόγες καθώς υπογράμμισε με έμφαση τίς τελευταίες αυτές φράσεις. Συγχρόνως εκατοντάδες νεανικές φωνές άρχισαν να τραγουδούν το «Μαύρη είναι ή νύχτα στα βουνά». Τα γύρω παράθυρα άνοιξαν, καί οί σκλάβοι Αθηναίοι δεν πίστευαν στα μάτια τους. Χειροκροτήματα ακούστηκαν από παντού. Κάποιος κρατούσε μπροστά μια ελληνική σημαία, καί ή φάλαγγα των διαδηλωτών, συνεχώς μεγάλωνε. Προχώρησαν όλοι, κι έφτασαν στο Κολωνάκι, στην πλατεία Ξανθού, για να στεφανώσουν το άγαλμα του Φιλικού.

Τα πρώτα σύννεφα φάνηκαν λίγο αργότερα. Στήν οδό Σόλωνος, κοντά στη Νομική Σχολή, δύο ζώνες αστυφυλάκων, προσπαθούσαν να φράξουν το δρόμο. Το κύμα όμως των διαδηλωτών ήταν τόσο ορμητικό, πού έσπασε τον κλοιό. Ένας από τους φοιτητές, πλησίασε τον επικεφαλής αστυνόμο καί του υπενθύμισε ότι κι αυτός ήταν Έλληνας καί δεν θα έπρεπε να εκτελεί τίς εντολές των Ιταλών. Εκεί στο Κολωνάκι, μια φοιτήτρια σκαρφάλωσε καί πέρασε το στεφάνι στην προτομή του Ξανθού. 'Από τίς παρόδους όμως είχαν ήδη κάνει την εμφάνιση τους οί Ιταλοί. Οι καραμπινιέροι όρμησαν στο πλήθος καί χτυπούσαν με τα κοντάκια των όπλων τους, με σπαθιά, κι άρχισε αληθινή μάχη, ενώ ο σημαιοφόρος, ένα παιδί από τα Δωδεκάνησα αμυνόταν ηρωικά για να μην του πάρουν τη σημαία. Οι φοιτητές ξανασυγκεντρώθηκαν στη Δεξαμενή, όπου έγινε νέα εκδήλωση με καινούργιο ομιλητή, μέσα σε πέλαγος πατριωτικού ενθουσιασμού. Ξαφνικά, ακούστηκαν πυροβολισμοί καί όμοβροντίες. Οί φοιτητές σκόρπισαν χωρίς να καταλάβουν από πού τους χτυπούσαν, θα το συνειδητοποιούσαν λίγο αργότερα. Οί Ιταλοί από τον Λυκαβηττό έριχναν επιθετικές χειροβομβίδες καί πυροβολισμούς. Οί κατακτητές καί ή προσκυνηματική ψευδοκυβέρνηση, είχαν απαγορεύσει αυτές τίς εκδηλώσεις κι ετοιμάζονταν να... «τιμήσουν» οί ίδιοι την επέτειο, με τελετή στη Μητρόπολη καί στον "Αγνωστο στρατιώτη!.

Οί αρχές Κατοχής ένιωθαν την οργή του λαού, καί προσπαθούσαν να τον κατευνάσουν ύποκρινόμενοι ότι σέβονται τίς εθνικές παραδόσεις. Νωρίς λοιπόν, στον Μητροπολιτικό Ναό, εμφανίσθηκε ο «πρωθυπουργός» Τσολάκογλου, με στολή στρατηγού καί εκπρόσωποι των γερμανικών καί ιταλικών άρχων, οπού παρακολούθησαν τη Λειτουργία. Αμέσως κατόπιν, ό Τσολάκογλου κατευθύνθηκε στο Μνημείο του Άγνωστου, κατέθεσε οτεφάνι καί γονάτισε! Για να συμπληρωθεί ή «παράσταση», την ίδια ώρα πού ό Τσολάκογλου στεφάνωσε τον "Αγνωστο, ό «αντιπρόεδρος» της «κυβερνήσεως» ό Κ. Λογοθετόπουλος, πήγε στο μνημείο των Γερμανών στρατιωτών καί κατέθεσε δάφνινο στεφάνι πού έφερε ταινίες με τα... ελληνικά χρώματα! Παράλληλα, ό «υπουργός Οικονομικών», ό Γκοτζαμάνης μετέβη στο μνημείο των Ιταλών στρατιωτών για τον ίδιο σκοπό...

Ό «Κουίσλιγκ», ό θλιβερός εκείνος «πρωθυπουργός» Τσολάκογλου, συνεπής προς την παράδοση πού εγκαινίασε έναν χρόνο νωρίτερα στη Μακεδονία, δεν δίστασε να απευθύνει «διάγγελμα» στο λαό καί να εκφωνήσει λόγο από ραδιοφώνου απευθυνόμενος προς την νεολαία, την οποία είχε το θράσος να καλέσει να σταθεί στο πλευρό των... «επαναστάσεων» του φασισμού καί του Έθνικοσοσιαλιομού, διότι «μόνον με τάς νέας ιδέας το έθνος μας δύναται να ευτυχήσει εντός της νέας ευρωπαϊκής καί μεσογειακής τάξεως»!

Καί κατέληξε με την υπόσχεση, δτι «συντόμως θα είμαι είς θέσιν να αναγγείλω την άνάπλασιν των θεσμών μας καί την προσαρμογή των είς το νέον πνεύμα, το όποιον ενσαρκώνει ή Γερμανία του Χίτλερ καί ή Ιταλία του Μουσολίνι. Καί τότε θα καλέσω τους νέους να αναλάβουν είς χείρας των την διεύθυνσιν της Ελλάδος είς όλους τους τομείς...».

Σ' αυτήν την προκλητική ομιλία, ή νεολαία απάντησε στον Τσολάκογλου με τον εορτασμό στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ό καθηγητής Δημ. Ζακυνθινός εκφώνησε έναν ενθουσιώδη πατριωτικό λόγο, πού τέλειωνε με τα λόγια του Ρήγα: «Ακόμα ταύτη την άνοιξη, ραγιάδες, ραγιάδες...». Το τι έγινε, είναι δύσκολο να περιγραφεί με τη θύελλα των χειροκροτημάτων και των ζητοκραυγών, ενώ ό χώρος είχε περικυκλωθεί από τους καραμπινιέρους καί τα ελληνόφωνα όργανα τους. Οι νέοι ξεχύθηκαν στους δρόμους της αδούλωτης Αθήνας, με πρώτους τους ηρωικούς ανάπηρους του πολέμου στην Αλβανία. Λευκοντυμένες νοσοκόμες κυλούσαν τα καροτσάκια τους, ενώ ό κόσμος τους χειροκροτούσε. Φοιτητές, εργάτες, υπάλληλοι καί χιλιάδες λαού ακολούθησαν εκείνη τη μαχητική διαδήλωση.

Οι Ιταλοί πάνω στ' άλογα με γυμνά τα ξίφη, πέσανε πάνω στο πλήθος καί τραυμάτισαν πολλούς, αλλά η διαδήλωση δεν διαλύθηκε. Οί νέοι κατέθεσαν στεφάνι στον Αγνωστο, καί μετά στεφάνωσαν τίς προτομές των ηρώων στο Πεδίο του ΄Αρεως, ενώ μια ατέλειωτη ουρά από μαυροντυμένες γυναίκες πού είχαν χάσει τους δικούς τους στο Μέτωπο, κατευθύνθηκαν με λουλούδια στον "Αγνωστο Στρατιώτη

ΠΗΓΗ: Αντέπτο

Share

2009©Kavalacity.net