Εκτύπωση

Πικρία

Συγγραφέας: Νίκος Καββαδίας.... Δημοσίευση στη κατηγορία Ένα ποίημα κάθε Κυριακή

Σας άρεσε το άρθρο?
(0 ψήφοι, μέση τιμή 0 από τα 5 αστέρια)

Ξέχασα ‘κείνο το μικρό κορίτσι απ’ το Ανόινίκος καββαδίας
και τη μουλάτρα που ‘ζεχνε κρασί στη Τενερίφα,
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμόι,
και τη γριά που μέτραγε με πόντους τη ταρίφα.

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα,
για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.

Ό,τι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι:
το τρόμο που δοκίμαζα πηδώντας στο κατάρτι,
το μπούσουλα, τη βάρδια μου και τη πορεία στο χάρτη,
για ένα δυσεύρετο, μικρό, θαλασσινό κοχύλι.


Το πυρετό στους Τροπικούς, του Rio τη μαλαφράντζα,
τη πυρκαγιά π’ ανάψαμε μια νύχτα στο Μανάο.
Τη μαχαιριά που μου ‘δώσε ο Μαγιάρος στη Κωστάντζα
και -Σε πονάει με τη νοτιά; -Όχι απ’ αλλού πονάω.

Του τρατολόγου το καημό, του ναύτη την ορφάνια,
του καραβιού που κάθισε στη πλώρη τη σπασμένη.
Τις ξεβαμμένες στάμπες μου, που ‘χα για περηφάνια
για σένα, που σαλπάρισες, γολέτα αρματωμένη.

Τι να σου τάξω, ατίθασο παιδί, να σε κρατήσω;
Παρηγοριά μ’ ο σάκος μου, σ’ Αμερική κι Ασία.
Σύρμα που κόπηκε στα δυο και πως να το ματίσω;
Κατακαημένε, η θάλασσα μισάει τη προδοσία.

Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι.
Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρίς φανάρια,
απόψε που αγκαλιάστηκαν Εβραίοι και Μουσουλμάνοι
και ταξιδέψαν τα νησιά στον Πόντο, τα Κανάρια.

Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,
δυο μέτρα καραβόπανο κι αριστερά τιμόνι.
Μια μέδουσα σ’ αντίκρισε, γαλάζια και σιμώνει
κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.

Share

2009©Kavalacity.net