Εκτύπωση

Πριν από την άνοιξη

Συγγραφέας: Χρήστος Γαλατσίδας.... Δημοσίευση στη κατηγορία Ο Χρήστος Γαλατσίδας γράφει

Σας άρεσε το άρθρο?
(4 ψήφοι, μέση τιμή 4.50 από τα 5 αστέρια)

xronografimaΟ μπαρμπα Γιώργος, γέροντας ξεκομμένος πια απ΄ αυτόν τον αστραφτερό στρόβιλο, αναπολούσε τα παλιά, τα πολύ παλιά... Στα παλιά αργοκινούνταν και συνέχιζε να χαράζει παιδικές πολύχρωμες γραμμές που αχνόσβηναν και χάνονταν στο τέλος σαν σε άπειρο... Μ΄αυτές τις αναπολήσεις θα τον παράσερνε η όχθη που αργοκυλούσε και τον κοντοζύγωνε...

Δεν με κοίταζε. Βαθειά συλλογισμένος, άρχισε αργά, ονειροπόλα... σαν να έβλεπε τα μέρη όπου θ΄αναφέρονταν, κάπου εκεί στο σπίτι του... και σαν να συνομιλούσε από ώρα με όσους θα περιέγραφε... Αγνοούσε τον γύρω χώρο... αγνοούσε το παρόν...

-- Παραμονές Χριστουγέννων... Ήμουνα παιδί... παιδαρέλι... περπατούσα και μιλούσα... πόσο ανώριμο!... Κείνη την χρονιά είχαμε βαρυχειμωνιά... χιόνι... χιόνι... Δρόμοι... στέγες... φράχτες... φτιαγμένα από χιόνι. Οι απανεμιές... οι λόφοι... τα δέντρα... από χιόνι.

Το παραθύρι του φτωχικού μας το είχα για να παρατηρώ ... Κρεμόμουνα στην ποδιά του, όρθιος στο κρεβάτι... κι έβλεπα... Αυλή, σπίτια... Στο βάθος, πολύ μακριά, οι λόφοι... αλλαγμένα όλα από το χιόνι. Απ΄τα σωθικά ξεκινούσε και με πλημμύριζε μια χαρά... ευτυχία του κευκού... ακηλίδωτη. Λευκή ηδονή. Και... να! Σε πορεία αργοβάδιστων, έβλεπα απέναντι μου νάρχονται οι κηλίδες ...

Ήταν τρεις που ετοίμαζαν κι ακόνιζαν τα μαχαίρια... Ακολουθούσε ο μεγαλύτερος από μένα αδελφός μου... Χοροπηδούσε καταχαρούμενος... Μετά απ΄αυτόν δύο άγνωστοι και τέλος, ο κυρ Αντώνης, ο χωροφύλακας, που ήταν κουμπάρος μας... Είχε βαφτίσει τον αδελφό μου. Τους περίμενε από ώρα ο πατέρας μου. Έκοβε ξύλα με το τσεκούρι και συχνά σταματούσε και κοίταζε προς το μονοπάτι απ΄όπου θάρχονταν.

Από το πρωϊ άκουγα μακρινά ουρλιαχτά χοίρων... Έλεγα, ... θα γίνει... αλλά μια άλλη χρονιά... κάποτε, τέλος πάντων... Αλλά στο βάθος , τους περίμενα... Ήξερα από την προηγούμενη χρονιά τί κάνανε την παραμονή των Χριστουγέννων, αν κι εμείς τότε, δεν είχαμε χοίρο... Τώρα όμως, ήταν διαφορετικά... είχαμε την Αχόρταγη με τα μεγάλα αυτιά που της κάλυπταν τα μάτια κι έβλεπε λοξά, πονηρά... Την είχαν στην αυλή κατάκλειστη, σε μια ξύλινη κατασκευή όπου χωρούσε μόνον η ίδια κι από μια πορτούλα της βάζανε τον κουβά να τρώει... , πίτυρα με τυρόγαλο που έπαιρναν από το μικρό τυροκομείο.

Άρχισα να κλαίω ... Το ότι είχα άδικο το καταλάβαινα, αλλά βάλθηκα να εμποδίσω να συμβεί αυτό! κατέβηκα από το παράθυρο και το κρεβάτι, έβαλα τα δυνατά μου και φόρεσα τις σφιχτές γαλότσες που μου είχανε αγοράσει, άνοιξα την πόρτα και βγήκα κλαίγοντας... Πήρα το μονοπάτι ανάμεσα στα χιόνια... Ο Μπόμπης ήθελε να με βοηθήσει... Έτρεξε μπροστά μου κι όλο νάζια στριφογύριζε και με καθοδηγούσε μια κοιτάζοντας μπροστά , μια στα πόδια μου... σα να πηγαίναμε επίσημοι προσκαλεσμένοι σε αυτοκρατορική δεξίωση... Ο αδερφός μου σχημάτισε ένα μπαλάκι χιόνι και μου το πέταξε... -- Τί κλαις βρε κλαψιάρη...

Δυνάμωσα νευρικά τοκλάμα, να τραβήξω την προσοχή όλων, ενώ η μάνα μου ερχόταν να με πάρει... κι ένα δεύτερο μπαλάκι είδα να πετάει ψηλά προς εμένα... Λίγο ακόμη και θα τόρριχνα στο γέλιο, αλλά... έβαλα τα δυνατά μου κι άρχισα το πιο εκνευριστικό κλάψιμο... για να πιστέψω κι εγώ σ΄αυτό που ήθελα να υπερασπιστώ ... Από την αγκαλιά της μάνας μου έβλεπα τον Μπόμπη που ισορροπώντας όρθιος, με κοίταζε έντονα... Ήταν ξαναμένος...

-Τί να κάνουμε αγόρι μου... , μου είπε... Αυτός είναι ο προορισμός τους... Τ΄αρνάκια το Πάσχα... και τα γουρουνάκια τα Χριστούγεννα... Καλά δεν ήθελα να πάρουμε ζώο φέτος... αλλά η ανέχεια...

Ψευτόκλαιγα τώρα, μ΄αναφιλητά... Κι όμως, το ξανασκέφτηκα και το δίκαιο ήταν να έχουμε την Αχόρταγη... να την έχουμε... Να της δίνουμε να τρώει, να την βλέπουμε ζωντανή... Και ξανάρχισα βαθύ, πραγματικό κλάμα...

--Ουου! Έκανε ο αδερφός μου κοροϊδευτικά. Ολόκληρος άντρας και κλαίει!

Αυτός σίγουρα ήθελε να παινεύεται ότι είχαμε το μεγαλύτερο σφαχτάρι... το πιο νόστιμο... το πιο τρυφερό... Μόνο και μόνο γι αυτό χαίρονταν που θα χάναμε την Αχόρταγη... Μ΄ ένα νεύμα της μάνας μου, οι σφάχτες προσπαθούσαν να βρίσκουν κάποιες μικροαιτίες για να καθυστερήσουν. Διόρθωσαν δυο καδρόνια που είχανε αφημένα στο χώμα... άναψαν τσιγάρο... διόρθωσαν τις ποδιές τους. Κοιτάζονταν και ξανακοιτάζονταν όλοι μαζί ερωτηματικά... Τέλος η μάνα μου έστρεψε και πήγαινε μέσα, αλλά από την άλλη πλευρά, την πίσω πλευρά. Μπροστάρης ο Μπόμπης, καμαρωτός μας οδηγούσε, λες, σε πολυτελές μέγαρο... Και το πολυτελές μέγαρο ήταν ένα υπόστεγο, "χαγιάτι" που λέγαμε τότε, που το περνούσες και έμπαινες σε μια μακρόστενη κουζινούλα, το λημέρι της γιαγιάς, όπου ήτανε και το τζάκι. Μπήκαμε. Είχε το μπρίκι στα κάρβουνα...

--Πάρτο... της είπε η μάνα μου. ... Ας μη βλέπει το παιδί... Άρχισε να κλαίει μόνο πιου τους είδε νάρχονται. Ξεκρέμασε μια μεγάλη λεκάνη και βγήκε.

--Έλα αγόρι μ΄... Θα πιούμε καφεδάκο... Θα βάλω και μπόλικο ρεβύθι που σ΄αρέσ'... Τί να κάνουμ' ? Και το καλό και το κακό για μας είν' ... Μόνο που για άλλους το καλό είν΄ κακό... και για άλλους το κακό είν' καλό...

Κάθησα ανόρεχτα κατάχαμα σ΄ένα μαξιλάρι... ... Στην σκέψη όμως ότι θάκουγα πνιχτά ξεφωνητά σε λίγο... σηκώθηκα. Πήγα στο στενό κρεβάτι, πλάϊ στον τοίχο και ξάπλωσα βογγώντας, σα να είχα πυρετό... Μπορεί και να είχα... Η γιαγιά σηκώθηκε και μου έριξε ένα βαρύ σκέπασμα...

... Μα πότε θ΄ακουστεί η καημένη η αχόρταγη... Τί έγινε?

... Η μάνα μου μπήκε μέσα χαρούμενη... ΄Εφυγαν... Φόρτωσαν την Αχόρταγη στο βοϊδόκαρο του Αριστείδη και πήγαν στου Αχιλλέα... Έχει κι εκείνος ένα και θα ... τα ... ταχτοποιήσουν μαζί...

Βόγγηξα πάλι απελπισμένος. ... Όλα έγιναν για να χαθεί η Αχόρταγη χωρίς να ακούσω τη φωνή της... Άρχισα πάλι τα βογγητά ...

--Το παιδί αρρώστησε, είπε η γιαγιά

--Έλα αγόρι μου... έλα... Άντρας θα γίνεις... Πρέπει να μάθεις ν΄ αντέχεις σε κάτι τέτοια...

Η θλίψη , η απελπισία, η απόγνωση... Πόσος χρόνος χρειάζεται σ΄ένα παιδί για να μεταβληθούν στο αντίθετο τους? Ξανάρθε η χαρά με πρόσχημα μιαν ανακάλυψη: Ο κόσμος δεν ήταν φτιαγμένος όπως μου παρουσιάζονταν... Ήταν διαφορετικός... Η αυλή. Η ακακία με το κρεμασμένο μουσλούκι του νερού και το καθρεφτάκι. Τα σπίτια. Τα χωράφια. Τα ζώα... Οι άλλοι... Ήταν όλα διαφορετικά... Αληθινή ήταν μόνο η ανακάλυψη μου... και θα την κρατούσα μυστική... Θα ήταν το μεγάλο μου μυστικό... για πάντα... Και η πηγή της ευτυχίας μου... Χαμογέλασα...

--Τ΄ αγόρι μου το καλό... , Είπε η μητέρα μου χαρούμενη. Πέρασαν όλα... Δόξα σοι ο Θεός!

galatsidas
Χρήστος Γαλατσίδας

Share

2009©Kavalacity.net